© Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς
Στην έπαυλη των φον Γκέρλαχ, μια πόρτα μένει κλειστή δεκατρία χρόνια. Πίσω της ζει ο Φραντς, ένας άνθρωπος που επέστρεψε από τον πόλεμο αλλά δεν μπόρεσε να επιστρέψει στους ανθρώπους. Η Γερμανία έξω ανοικοδομείται, ενώ εκείνος επιμένει να τη φαντάζεται αφανισμένη. Με αυτή τη σκληρή αντίφαση ο Ζαν Πολ Σαρτρ αρχίζει τη δίκη μιας ολόκληρης εποχή.
Ο ετοιμοθάνατος πατέρας συγκεντρώνει την κόρη του Λένι, τον νεότερο γιο του Βέρνερ και τη σύζυγό του Γιοχάννα για να ορίσει τη διαδοχή της βιομηχανικής του αυτοκρατορίας. Η οικογενειακή υπόθεση, όμως, δεν μπορεί να διευθετηθεί όσο ο πρωτότοκος παραμένει στον επάνω όροφο. Ο Φραντς βασάνισε ανθρώπους στον πόλεμο. Τώρα χρειάζεται να πιστεύει πως η πατρίδα του καταστράφηκε, ώστε οι πράξεις του να αποκτήσουν, έστω στη δική του αφήγηση, κάποιο τραγικό νόημα. Αν η Γερμανία ευημερεί, τι απομένει από τη δικαιολογία του; Το δωμάτιό του είναι καταφύγιο και δικαστήριο μαζί. Απευθύνεται στα «καβούρια» του μέλλοντος, ζητώντας από μια φανταστική Ιστορία την ετυμηγορία που δεν αντέχει να ακούσει από τους ζωντανούς. Ο Σαρτρ δεν παρουσιάζει την ψυχική του διάλυση ως αθώωση. Μας υποχρεώνει να αναγνωρίσουμε τον πόνο του χωρίς να ξεχάσουμε τον πόνο που προκάλεσε. Εκεί βρίσκεται η δραματική τόλμη του έργου: ο βασανιστής έχει συνείδηση και η συνείδησή του δεν ανασταίνει κανένα θύμα.
Η Λένι συντηρεί τον εγκλεισμό με μια αγάπη που απαιτεί απόλυτη κατοχή. Η αιμομικτική τους σχέση κάνει χειροπιαστή την αρρώστια αυτής της οικογένειας: ό,τι γεννιέται μέσα της πρέπει να μείνει μέσα της, μακριά από ξένα βλέμματα και ενοχλητικές αλήθειες. Ο πατέρας, αντίθετα, κυκλοφορεί ελεύθερος. Η επιχειρηματική του ισχύς επέζησε του πολέμου και μπορεί να περάσει στον επόμενο κληρονόμο. Ο Σαρτρ θέτει έτσι ένα οδυνηρό ερώτημα: γιατί ο άνθρωπος που εκτέλεσε τη βία συντρίβεται, ενώ οι μηχανισμοί που την τροφοδότησαν συνεχίζουν να λειτουργούν;
Ο Βέρνερ δέχεται τη θέση που του προσφέρεται, μολονότι αισθάνεται πόσο στενά την έχει ορίσει ο πατέρας του. Η υποταγή του δεν έχει τη θεαματικότητα του εγκλήματος. Έχει όμως τη διάρκεια της καθημερινότητας. Η Γιοχάννα, πρώην ηθοποιός, εισέρχεται στον κόσμο του Φραντς με την επιθυμία να μάθει και με τη δική της έλξη προς το δράμα του. Η αλήθεια που φέρνει δεν δρα σαν φάρμακο. Γκρεμίζει τη σκηνοθεσία πάνω στην οποία εκείνος στήριξε την επιβίωσή του.
Ο Σαρτρ έγραψε το έργο το 1959, ενώ ο πόλεμος στην Αλγερία έφερνε τα βασανιστήρια μέσα στην πολιτική πραγματικότητα της Γαλλίας. Η μεταπολεμική Γερμανία τού επέτρεψε να μιλήσει και για όσα συνέβαιναν μπροστά στους συμπατριώτες του. Η ιστορική απόσταση έπαυε έτσι να προσφέρει ηθική ασφάλεια στον θεατή.
Διαβάζοντας σήμερα τους «Αυτοτιμωρούμενους της Αλτόνα», σκέφτομαι πόσο εύκολα μια κοινωνία βαφτίζει την ανάπτυξη συγχώρεση. Τα κτίρια ξαναχτίζονται, οι επιχειρήσεις μεγαλώνουν, οι οικογένειες συνεχίζουν να τρώνε στο ίδιο τραπέζι. Τίποτε από αυτά δεν απαντά σε εκείνον που βασανίστηκε. Το έργο δεν προσφέρει λύτρωση στην τελική συνάντηση πατέρα και γιου. Ούτε μετατρέπει την αυτοκαταστροφή τους σε πράξη δικαιοσύνης. Αφήνει στους επιζώντες, και σε εμάς, τη δυσκολότερη ευθύνη: να εμποδίσουμε το έγκλημα να αποκτήσει ξανά το βολικό όνομα της ανάγκης. Το Υπαρξιακό και Πολιτικό Μήνυμα
Το έργο είναι πράγματι το πιο απαισιόδοξο του Σαρτρ, διότι ανατρέπει την κλασική υπαρξιακή του θέση ότι «ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει». Εδώ, οι χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι στις προηγούμενες επιλογές τους (το παρελθόν) και στους κοινωνικοοικονομικούς μηχανισμούς (το παρόν).
Η «Αλτόνα» είναι ένας καθρέφτης της Ευρώπης: μια κοινωνία που πλούτισε και προχώρησε, επιλέγοντας όμως τη συλλογική αμνησία για τα εγκλήματα που διέπραξε.
🎯 Το Υπαρξιακό και Πολιτικό Μήνυμα
Το έργο είναι πράγματι το πιο απαισιόδοξο του Σαρτρ, διότι ανατρέπει την κλασική υπαρξιακή του θέση ότι «ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να επιλέξει». Εδώ, οι χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι στις προηγούμενες επιλογές τους (το παρελθόν) και στους κοινωνικοοικονομικούς μηχανισμούς (το παρόν).
Η «Αλτόνα» είναι ένας καθρέφτης της Ευρώπης: μια κοινωνία που πλούτισε και προχώρησε, επιλέγοντας όμως τη συλλογική αμνησία για τα εγκλήματα που διέπραξε.
Ηχογράφηση: 1961
Μετάφραση: Μανώλης Σκουλούδης
Σκηνοθεσία: Μήτσος Λυγίζος
Ακούγονται οι ηθοποιοί: Μάνος Κατράκης, Κάκια Παναγιώτου, Τιτίκα Νικηφοράκη, Βασίλης Κανάκης, Στέλιος Βόκοβιτς, Κρινιώ Παππά, Γιώργος Μετσόλης, Γιώργος Πλούτης
📜 Εγγραφή στο κανάλι για περισσότερα θεατρικά έργα, μυστήριο και vintage ατμόσφαιρα!
https://www.youtube.com/@angeligeorgia808
Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο
👉 https://angeligeorgiastoryteller.gr/support
Ό,τι αγάπησα και διάβασα, το αφήνω να βρει νέο σπίτι
👉 Metabook: https://metabook.gr/angel67
🍀 Angeli Georgia Storyteller of Light 💖