Στις παγωμένες Άλπεις δεν υψώνεται μονάχα ένα κάστρο. Υψώνεται μια συνείδηση που αρνείται να γονατίσει, ακόμη κι όταν συντρίβεται από το ίδιο της το βάρος. Ο Μάνφρεντ δεν φοβάται τον θάνατο· φοβάται τη μνήμη που επιμένει να ζει. Και ο Μπάιρον οδηγεί τον θεατή εκεί όπου καμία ανθρώπινη ή υπερφυσική δύναμη δεν μπορεί να χαρίσει λήθη.
Ο Μάνφρεντ, ένας αριστοκράτης προικισμένος με γνώση, εξουσία και απόκρυφες δυνάμεις, ζει απομονωμένος στο κάστρο του, ανάμεσα στις ψηλές Άλπεις. Καλεί τα επτά Πνεύματα του σύμπαντος, όχι για να αποκτήσει πλούτη, κυριαρχία ή αθανασία, αλλά για να λησμονήσει. Η απαίτησή του αποδεικνύεται αδύνατη. Τα Πνεύματα μπορούν να εξουσιάσουν τα στοιχεία της φύσης, όχι όμως να ανακαλέσουν μια ανθρώπινη πράξη. Η μνήμη δεν είναι υπηρέτης της μαγείας.
Στο κέντρο του δράματος βρίσκεται η Αστάρτη, η γυναίκα που αγάπησε και κατέστρεψε. Ο Μπάιρον αποφεύγει να ονομάσει καθαρά το αμάρτημα που τους συνέδεσε. Η συγγένεια και το απαγορευμένο πάθος υποβάλλονται μέσα από υπαινιγμούς, αφήνοντας την ενοχή να αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη από μια ρητή ομολογία. Η Αστάρτη δεν λειτουργεί ως ολοκληρωμένος σκηνικός χαρακτήρας. Είναι η απουσία που απέκτησε σώμα, η νεκρή αγαπημένη που εξακολουθεί να κυβερνά τον ζωντανό.
Ο Μάνφρεντ επιχειρεί να παραδοθεί στον θάνατο, αλλά σώζεται από τον Κυνηγό των αγριοκάτσικων. Η συνάντηση αυτή αποκαλύπτει δύο αντίθετες μορφές ύπαρξης. Ο Κυνηγός πατά στη γη, μοχθεί, συμπονά και προσφέρει το χέρι του χωρίς να ζητά εξηγήσεις. Ο Μάνφρεντ, αντίθετα, κατοικεί μέσα στη διάνοιά του σαν φυλακισμένος σε πύργο. Η ανθρώπινη αλληλεγγύη βρίσκεται μπροστά του, αλλά εκείνος την απορρίπτει, επειδή έχει πείσει τον εαυτό του ότι το βάσανό του υπερβαίνει κάθε κοινή παρηγοριά.
Η Νεράιδα των Άλπεων τού προσφέρει βοήθεια με αντάλλαγμα την υπακοή. Ο Αριμάν, η Νέμεση και οι άλλες υπερφυσικές δυνάμεις απαιτούν επίσης αναγνώριση της κυριαρχίας τους. Εκείνος αρνείται. Ακόμη και μπροστά στον Αριμάν στέκεται όρθιος. Αυτή είναι η υπερηφάνεια και συγχρόνως το μεγαλείο του βυρωνικού ήρωα: δεν δέχεται σωτηρία που προϋποθέτει δουλεία. Ωστόσο, πίσω από την αδάμαστη αξιοπρέπειά του κρύβεται ένας θανάσιμος ναρκισσισμός. Ο Μάνφρεντ έχει μετατρέψει την οδύνη σε τίτλο ευγενείας και την ενοχή σε απόδειξη της μοναδικότητάς του.
Ο Ηγούμενος του Αγίου Μαυρικίου εκπροσωπεί την τελευταία δυνατότητα συμφιλίωσης. Δεν πλησιάζει ως τιμωρός, αλλά ως άνθρωπος που προσφέρει μετάνοια και έλεος. Ο Μάνφρεντ, όμως, δεν μπορεί να δεχθεί συγχώρεση, διότι αυτό θα σήμαινε ότι η ψυχή του ανήκει σε μια εξουσία ανώτερη από τη δική του βούληση. Αποκρούει και τα δαιμονικά πνεύματα που έρχονται να τον διεκδικήσουν. Πεθαίνει χωρίς να παραδοθεί σε κανέναν, αλλά και χωρίς να έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του.
Ο Μπάιρον συνέθεσε το δραματικό αυτό ποίημα μετά την κατάρρευση του γάμου του και την αναχώρησή του από την Αγγλία, όταν η δημόσια ζωή του είχε δηλητηριαστεί από σκάνδαλα και φήμες, ανάμεσά τους και η υποψία αιμομικτικής σχέσης με την ετεροθαλή αδελφή του, Αουγκούστα Λη. Δεν μπορούμε να μετατρέψουμε τον Μάνφρεντ σε απλή αυτοβιογραφική ομολογία. Μπορούμε, όμως, να διακρίνουμε μέσα του την αγωνία ενός δημιουργού που είχε ήδη γνωρίσει τον κοινωνικό λιθοβολισμό και αρνιόταν να παραδώσει την ταυτότητά του στους δημόσιους κατηγόρους του.
Το έργο γεννιέται στην καρδιά του ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, όταν το άτομο υψώνεται απέναντι στον Θεό, στη φύση, στην κοινωνία και στη μοίρα. Οι Άλπεις δεν αποτελούν εντυπωσιακό σκηνικό. Είναι το εξωτερικό ανάλογο της ψυχής του ήρωα: μεγαλειώδεις, απόκρημνες, απάνθρωπα ωραίες. Η φύση δεν τον παρηγορεί. Μεγεθύνει τη μοναξιά του.
Στη σύγχρονη εποχή, ο Μάνφρεντ αποκτά ανησυχητική οικειότητα. Πίσω από επιτεύγματα, κοινωνικές εικόνες και αυτάρκεις προσωπικότητες κρύβονται συχνά άνθρωποι που δεν ζητούν βοήθεια, επειδή θεωρούν την ευαλωτότητα ήττα. Επιθυμούν να διαγράψουν το παρελθόν, όχι να το κατανοήσουν. Μα η ψυχική θεραπεία δεν είναι λήθη. Είναι η δύσκολη πράξη να κοιτάξεις όσα έκανες, να αναλάβεις την ευθύνη τους και να δεχθείς ότι κανείς δεν σώζεται απολύτως μόνος.
Στη δική μου ανάγνωση, ο Μάνφρεντ δεν νικά τους δαίμονες. Απλώς δεν τους επιτρέπει να ονομάσουν δική τους την ψυχή του. Η τελευταία του αντίσταση έχει μεγαλείο, αλλά όχι ολοκληρωμένη λύτρωση. Ο Μπάιρον αφήνει πίσω του ένα ερώτημα σκληρότερο από κάθε μεταφυσική απειλή: όταν ο άνθρωπος αρνείται και την υποταγή και την αγάπη, τι απομένει από την ελευθερία του; Ίσως μόνο η μοναξιά του. Και η ενοχή που τον ακολουθεί μέχρι την τελευταία ανάσα.
Ηχογράφηση: 1973 Σκηνοθεσία: Θάνος Κωτσόπουλος
Ακούγονται οι ηθοποιοί:
Νίκος Χατζίσκος-Μάνφρεντ
Νίκος Βανδώρος- αβάς
Δημήτρης Κοντογιάννης- Χέρμαν
Χρήστος Κωνσταντόπουλος- Άρμαν
Τιτίκα Νίκη Τσιγκάλου- πρώτη μοίρα
Έμη Σαράβα- δεύτερη μοίρα
Νατάσα Μιχάλη- τρίτη μοίρα
Νικηφοράκη-Νέμεση
Μαριάννα Αρβανιτίδου- μάγισσα
Αγγέλα Καζακίδου- φωνή και φάντασμα της Αστάρτης
Αντώνης Ξενάκης- πρώτο πνεύμα
Γιώργος Κατσάρας- δεύτερο πνεύμα
Δημήτρης Παπαγιάννης- κυνηγός